Ένας δικτυακός χώρος αναζήτησης

για τη ζωή, τη γέννηση, τη φύση και την υγεία

~ Yaya ~

Παραδοσιακό Αφρικανικό παραμύθι, δοσμένο από τον Ashley Ramsden,

γραπτή διασκευή Μαρίας Ανδρεουλάκη

Σε ένα Αφρικανικό χωριό, ζούσε ένα κυνηγός με την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του. Η γυναίκα ήταν έγκυος και όλο το χωριό περίμενε το πέμπτο παιδί του κυνηγού, που ήταν από τους καλύτερους στο χωριό.

Μια μέρα ο κυνηγός είπε στην οικογένεια ότι θα έφευγε για κυνήγι. Αν αργούσε το βράδι να γυρίσει, ας μην τον περίμεναν, γιατί έτσι γινόταν συχνά, ένας κυνηγός μπορεί να κυνηγούσε ένα δύσκολο θήραμα για μέρες, και να ξεμάκραινε από το χωριό. Όταν γυρνούσε πίσω από πολυήμερο κυνήγι, κρατούσε φαγητό για όλους, και έκαναν μια μεγάλη γιορτή για να τον υποδεχτούν, να τον τιμήσουν και να τον ευχαριστήσουν.

Η γυναίκα και τα παιδιά συνέχισαν τις δουλειές τους μέσα στη μέρα, τα μικρότερα πήγαν να μαζέψουν καρπούς για το βραδινό τους, τα μεγαλύτερα έπιασαν ψάρια, η γυναίκα έφτιαξε πίττες, και όταν όλοι ήταν έτοιμοι, κοίταξαν αν θα ερχόταν σήμερα ο πατέρας τους. Δεν είδαν σημάδι του ερχομού του στον ορίζοντα και η μητέρα είπε, δεν πειράζει, ο πατέρας δεν θα γυρίσει σήμερα, θα φάει και θα κοιμηθεί έξω, και κάθισαν να φάνε.

Την επόμενη μέρα η ζωή του χωριού συνεχίστηκε όπως πάντα, με τους άντρες στις δουλειές τους, τις γυναίκες στις δικές τους, και τα παιδιά στις δικές τους, κι έτσι κύλησαν αρκετές μέρες, χωρίς να ανησυχήσει κανείς για τον κυνηγό, μέχρι που έγινε κάτι που έκανε όλους να ξεχάσουν πως είχε καν φύγει για κυνήγι και δεν είχε επιστρέψει. Η γυναίκα του γέννησε! Έκανε ένα κοριτσάκι με λαμπερά μάτια, γερά πόδια, λίγα μαύρα μαλλάκια και χέρια που εξερευνούσαν κοντά και μακριά. Τη νύχτα μετά τη γέννησή της, όλο το χωριό μαζεύτηκε γύρω από μια μεγάλη φωτιά, και το κοριτσάκι πέρασε από αγκαλιά σε αγκαλιά, και ο καθένας του ψιθύρισε και από μια ευχή, και έμαθε τη μυρωδιά του, έτσι που αν ποτέ χανότανε, να μπορούνε να τη βρούνε, της έδωσε από ένα χάρισμα, γιατί η γέννηση εκείνης που γεννά είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο στην καθημερινότητα ενός μικρού χωριού, την κοίταξαν βαθιά στα μάτια για να μάθει να εμπιστεύεται και να μη φοβάται, οι γιαγιάδες την κράτησαν λίγο περισσότερο, υποσχόμενες να τη φροντίζουν όταν δεν μπορούσε η οικογένειά της, τα νεαρά κορίτσια δοκίμασαν το βάρος της γελώντας και ανυπομονώντας να κρατήσουν έτσι μια μέρα το δικό τους μωρό, τα αγόρια και οι άντρες την κράτησαν και την κοίταξαν με τον σεβασμό που αρμόζει στις γυναίκες που τους γέννησαν και μεγάλωσαν σαν γιούς και στις γυναίκες που τους συντρόφεψαν ή θα τους συντροφέψουν. Και το κοριτσάκι το είπανε Yaya. Και κοιτούσε τον κόσμο έκθαμβη και όλο λαχτάρα μεταδοτική, έτσι που όταν την έδωσαν πίσω στην αγκαλιά της μητέρας της, έμειναν ακόμη όλοι για ώρα πολλή, τραγουδώντας σιγανά, κάποιοι κοιμήθηκαν, κάποιοι σκάλιζαν τη φωτιά μέχρι το πρωί, και η μητέρα αγάπησε το καινούργιο της μωρό, το τάισε από το σώμα της, το μύρισε ξανά μέχρι που η απόλαυση αυτή έσβησε κάθε άλλη ανάμνηση απόλαυσης για εκείνη τη νύχτα, και όλο το χωριό μαζεμένο γύρω της τη φρόντισε, τη ζέστανε, τη σκέπασε, την ξάπλωσε, την πότισε και τάισε, τη χάιδεψε και τα παιδιά της το ίδιο, και ο κύκλος τους έκλεισε και κανείς δεν θυμήθηκε τον πατέρα κυνηγό, και ο κυνηγός έμεινε έξω από τον κύκλο εκείνη τη νύχτα της γέννησης της Yaya.

Η ζωή κυλούσε κανονικά πια. Η Yaya μεγάλωνε, εξερευνούσε, ήξερε τις κρυφές χάρες όλων και πώς να ζητάει αυτό που ήθελε, και πώς να ευχαριστεί τον καθένα με αυτό που ήξερε ότι τους άρεσε, και πώς να πηγαίνει από αγκαλιά σε αγκαλιά και γαληνεύει και να γαργαλάει και να φτιάχνει το κέφι, κάποιοι πίστευαν ακόμη πως μπορούσε να φέρει και τη βροχή και άλλα τέτοια καλά, γιατί μετά από μια αγκαλιά της Yaya κάτι καλό πάντα συνέβαινε στο χωριό. Η Yaya μπουσούλισε και σιγά σιγά περπάτησε, τραγούδησε μονολεκτικά μέχρι που άρχισε να λέει τις πρώτες της λέξεις. Και τότε έγινε κάτι που πάγωσε όλο το χωριό. Γιατί μια μέρα, εκεί που είχαν μαζευτεί οι παραμυθάδες και έλεγαν ιστορίες από παλιές μέρες, η Yaya κοίταξε τη μητέρα της και είπε ‘Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς;’

Όλο το χωριό κράτησε την ανάσα του. Από έκπληξη, από ντροπή, από αγωνία, από σύγχυση. Όλοι είχαν ξεχάσει τον κυνηγό, και είχε πια περάσει ένας χρόνος και κανείς δεν τον είχε αναζητήσει! Την ίδια κιόλας μέρα τα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά του κυνηγού ζήτησαν από τη μητέρα την ευχή της για να πάνε να τον βρουν. Εκείνη τους βοήθησε να ετοιμαστούν για το ταξίδι, τους κοίταξε με εμπιστοσύνη και ευγνωμοσύνη και νωρίς το άλλο πρωί, πριν βγει ο ήλιος, πριν ξυπνήσει το χωριό , τα τέσσερα παιδιά ξεκίνησαν.

Περπάτησαν πολύ, με οδηγό το μεγαλύτερο που είχε πάει για κυνήγι κάποτε με τον πατέρα και έβγαζε από τη μνήμη του τα μονοπάτια. Είχε ζέστη πολλή, και τα μικρότερα δυσκολεύτηκαν στον δρόμο. Αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχισαν προς το ξέφωτο, εκεί τους οδηγούσε το αδέρφι τους, και για να το κάνει αυτό, κάτι ήξερε…

Πήγαινε να σουρουπώσει και δεν βρήκαν ούτε ίχνος από τον πατέρα γύρω γύρω. Τα μικρά φοβόντουσαν, ζήτησαν να ξεκουραστούνε, έτσι έφτιαξαν μια φωτιά και ξαπόστασαν για λίγο, με λίγο νερό και λίγο φαΐ. Μετά από λίγο ξανασηκώθηκαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους, ώσπου, προς μεγάλη τους απογοήτευση, έφτασαν σε ένα πυκνό πλέγμα από βάτα, θάμνους και αγκάθια που έφραζε το δρόμο από πέρα ως πέρα. Τα μικρότερα κάθισαν κάτω και άρχισαν να κλαίνε, και το μεγαλύτερο σταμάτησε σκεφτικό, χαμήλωσε και κοιτούσε προσεκτικά ανάμεσα από το πυκνό τείχος. Απελπισμένα τα αδέλφια το κοίταζαν κλαμένα, κουρασμένα, φοβισμένα, ώσπου είδαν το πρόσωπό του να φωτίζεται και τρέξανε αμέσως κοντά του. ‘Νάτο! Το βρήκα! Αυτοί οι θάμνοι κόβουν το δρόμο των κυνηγών που δεν είναι αποφασισμένοι για όλα. Ο πατέρας με είχε φέρει εδώ μια φορά και μου είχε πει πως κάπου υπάρχει ένα άνοιγμα, και όταν είσαι αποφασισμένος, θα το βρεις και θα περάσεις από την άλλη. Το τι θα δεις δεν περιγράφεται με λόγια, κι έτσι δεν μου το είπε ποτέ. Μου είπε πως όταν θα έρθει η ώρα θα ξέρω τι να κάνω.’

Τα παιδιά στριμώχθηκαν όλα ένα γύρω, μπρουμούτησαν και ψηλάφησαν προσεκτικά την αγκαθένια πυκνή φυλλωσιά. Το βρήκα! Φώναξε το μικρότερο! Και όλοι γέλασαν σιγανά, για να μην ενοχλήσουν την αδελφή τους τη λεοπάρδαλη που κυνηγούσε πιο κει. Ένα ένα σύρθηκε μέσα από το άνοιγμα και βρέθηκαν μεμιάς από την άλλη πλευρά. Το ξέφωτο!!! Ο πατέρας τους είχε μιλήσει για το ξέφωτο, που μόνο οι πολύ έμπειροι κυνηγοί μπορούσαν να το φτάσουν. Τώρα ξέρανε γιατί.

Γη που απλωνότανε απέραντη γύρω τους, και ένα τεράστιο δέντρο με κορμό αιώνιας ιστορίας στη μέση. Έκαναν να τρέξουν προς τα κει τα παιδιά, να το αγκαλιάσουν, να το ρωτήσουν. Και όπως έτρεχαν, ένα ένα έβρισκε και από κάτι κάτω. Το σήκωνε και το έφερνε μαζί του μέχρι που πλησίασαν το δέντρο. Κοίτα, ένα βέλος του πατέρα! Κι εγώ βρήκα ένα! Κι εγώ, κι εγώ! Να και το τόξο του! Το κοντάρι του! Κάπου εδώ θα είναι κι εκείνος, είπε το μικρότερο, και τα άλλα ξαναγέλασαν θλιμμένα. Μακάρι να τον έβρισκαν εκεί κοντά μικρούλη μου…

Κι εκεί, στις ρίζες του αιωνόβιου δέντρου, κείτονταν σκόρπια σημάδια του πατέρα, το ένα παιδί βρήκε ένα κόκαλο μακρύ και χοντρό, το άλλο ένα κρανίο, το άλλο μικρά μικρά κοκαλάκια, και μαζεύτηκαν όλα μαζί και θαύμαζαν, και ξανασκορπίστηκαν και τα μάζεψαν όλα, και ήταν όλα εκεί γύρω.

Τότε, το μεγαλύτερο παιδί είπε – σταθείτε! έχω γεννηθεί, θυμάστε; με το χάρισμα να ενώνω τα κόκαλα στην αρχική τους μορφή, και τα πήρε όλα και κάθισε στη ρίζα του δέντρου, και εκεί, σιγά σιγά, έβαλε στη σειρά όλα τα κόκαλα του πατέρα, από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, μέχρι που είχαν μπροστά τους ξαπλωμένο τον πατέρα τους, να ξεκουράζεται, άσαρκος αλλά τόσο πιο κοντινός.

Τον κοίταξαν τα παιδιά και εύχονταν να μπορούσαν να τον χαϊδέψουν, να του μιλήσουν και να τρέξουν μαζί του. Τότε το δεύτερο παιδί είπε – σταθείτε! γεννήθηκα, θυμάστε; με το χάρισμα να δίνω σάρκα στα οστά, και κάθισε δίπλα στον ξαπλωμένο πατέρα και ακούμπησε τα πόδια του και αυτά γέμισαν και ακούμπησε τον κορμό του και γέμισε κι αυτός, και τα χέρια του και την πλάτη του, το κεφάλι του και το πρόσωπό του, και σιγά σιγά νάτος μπροστά στα μάτια τους ο πατέρας με σάρκα και οστά, κι ήταν σαν να είχε ξαπλώσει για να πάρει έναν υπνάκο μετά από μια κουραστική μέρα δουλειάς ή ένα ωραίο γεύμα ή μια βόλτα στο δάσος.

Τον κοιτούσαν τα παιδιά και λαχταρούσαν τόσο να έβλεπαν το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει, το αγαπημένο σώμα να κινιόταν όπως κάνουμε πραγματικά στον ύπνο, και να έβγαινε η ανάσα του με τη γνωστή του μυρουδιά όταν τον φιλούσαν στο πρόσωπο κοντά στην ελιά δίπλα στη μύτη… Και τότε, το τρίτο παιδί φώναξε – σταθείτε! έχω γεννηθεί, θυμάστε; με το χάρισμα να δίνω πνοή στο ακίνητο σώμα, και κάθισε δίπλα στον πατέρα και ανέπνευσε μαζί του μέχρι που ανέπνεαν μαζί και τα υπόλοιπα παιδιά χοροπηδούσαν γύρω γύρω τους ενθουσιασμένα.

Και ευχήθηκαν να μπορούσε τώρα δα, έτσι που ήταν ξαπλωμένος ο πατέρας, ήρεμος και κοιμισμένος, να άνοιγε τα μάτια του και να τους μιλούσε, γιατί θα είχε πραγματικά τόσα να τους πει, και τόσο τους είχε λείψει… Αμέσως μετά, λέει το μικρότερο – για σταθείτε! γεννήθηκα, θυμάστε; με το χάρισμα να δίνω τον λόγο σ’αυτόν που έμεινε για πολύ καιρό αμίλητος, και πηγαίνοντας κοντά του, του χάιδεψε το πρόσωπο, τα μάτια, το στόμα και του ψιθύρισε στο αυτί και στο δέρμα λόγια που ξυπνούσαν, και μετά από λίγο, ο πατέρας άνοιξε τα μάτια, πήρε μέσα του τον ουρανό, το ξέφωτο, το δέντρο, τα πρόσωπα των τεσσάρων παιδιών του που τον κοιτούσαν έκθαμβα, και χαμογέλασε πλατιά, όπως το κάθε πρωινό τους όταν τους έβλεπε να ξυπνάνε. Τους μίλησε, δοκιμάζοντας την ξεχασμένη φωνή του, τα χάιδεψε νιώθοντας τα ξεχασμένα χέρια, σηκώθηκε νιώθοντας την ξεχασμένη γη κάτω απ’τα πόδια του, και τα παιδιά, ενθουσιασμένα και τριγυρνώντας τον και ακουμπώντας τον, τον οδήγησαν προς το χωριό. Μάζεψε τα βέλη και το τόξο του, και φτάσανε όσο πιο γρήγορα τους τρέχανε τα γοργοπόδαρά τους.

Ο κυνηγός με τα παιδιά του μπήκαν στο χωριό μέσα σε κραυγές ενθουσιασμού, η μητέρα ήρθε κοντά και έκλαιγε και γελούσε και χόρευε, τραγουδούσε, και όλοι στήσανε κυκλικό χορό και ο κυνηγός με τα παιδιά στη μέση δεν προλάβαιναν να διηγηθούνε τίποτε από τα θαυμαστά που είχαν γίνει. Αποφάσισαν εκείνο το βράδυ να κάνουν μεγάλη γιορτή, για να τιμήσουν τον κυνηγό και την οικογένειά του, και όλοι ρίχτηκαν να ετοιμάζουν λιχουδιές και κεράσματα, ο καθένας τα καλύτερά του, ενώ οι παραμυθάδες ακόνιζαν τη γλώσσα τους για τις ωραιότερες ιστορίες, οι μουσικοί λάδωναν τα όργανά τους και οι χορευτές το σώμα τους, τα παιδιά έφτιαχναν χώρο για τη γιορτή απλώνοντας μαλακά κλαδιά και άλλοι ετοίμαζαν μια ωραία μεγαλοπρεπή φωτιά, για να φωτίσει και να ζεστάνει και να χρωματίσει την ιδιαίτερη γιορτή.

Ο κυνηγός πάλι, αφού πέρασε κάποιες ώρες με την οικογένειά του, και γνώρισε τη Yaya, πήγε και κάθισε μόνος στην κορυφή του λόφου, για να δώσει τις ευχαριστίες του, να απολαύσει τον γυρισμό στο χωριό, να καταλάβει τι συνέβη και να προετοιμαστεί να αποδεχθεί την μεγάλη τιμή που του έκανε το χωριό. Πήρε μαζί του και την ιερή ουρά μιας αγελάδας, που κρατούσαν οι γηραιότεροι της φυλής για να διώχνουν τις μύγες, στολισμένη με χάντρες και πολύχρωμα σχοινιά, όμορφη από μόνη της, και που περνούσε από τον ένα στον άλλο, σε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες του χωριού που είχαν κάτι πολύ ιδιαίτερο να πουν στους μικρότερους. Και κάθισε εκεί πολλές ώρες, από τον ήλιο μέχρι τη σελήνη, και όταν βγήκε εκείνη και ακούστηκε η γιορτή να ξεκινάει, κατέβηκε και βρήκε του υπόλοιπους, και ήξερε τι του είχε πει η ιερή ουρά, και θα τους το έλεγε όταν ερχόταν η ώρα του να μιλήσει.

Το χωριό όλο μαζεύτηκε και γιόρτασε, με φαγητό που έτρωγαν μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις, όταν γιόρταζαν τη ζωή, με χορούς και τραγούδια, με ιστορίες και παιχνίδια, και όλοι είχαν κάτι να διηγηθούν για το τώρα τους και το τότε τους, και η οικογένεια του κυνηγού, η μητέρα, ο πατέρας και τα πέντε παιδιά τους, ήταν το επίκεντρο όλων των περιποιήσεων. Κάποια στιγμή ζήτησαν από τον κυνηγό να τους μιλήσει για το ταξίδι του. Εκείνος κράτησε την ιερή ουρά στα χέρια του και κοίταξε με απέραντη αγάπη βαθιά μέσα στα μάτια της γυναίκας του, και καθενός από τα παιδιά του. Με τη γυναίκα του πλάι του, άρχισε να μιλάει αυτά τα λόγια:

Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που είμαι ξανά εδώ μαζί σας. Τα τέσσερα παιδιά μου ξεκίνησαν για ένα ταξίδι στο άγνωστο για να με φέρουν πίσω μαζί σας. Η μητέρα τους και γυναίκα μου τους έδειξε εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρουν και έμεινε πίσω φροντίζοντας τη Yaya. Το μεγαλύτερο παιδί μου με τα χαρισματικά του χέρια, έβαλε τα σκόρπια μου κόκκαλα στη θέση τους και χωρίς αυτό δεν θα μπορούσα τώρα να κάθομαι στο κύκλο – και το τράβηξε στην αγκαλιά του. Το δεύτερο παιδί μου, με το χάρισμά του έδωσε σάρκα στα οστά μου, και χωρίς αυτό δεν θα μπορούσα να βρίσκομαι μαζί σας τώρα – και το τράβηξε κι αυτό κοντά του. Το τρίτο μου παιδί μου έδωσε, με το χάρισμά του, πνοή για μπορώ να νοιώθω και να χαίρομαι μαζί σας απόψε – και το τράβηξε κι αυτό κοντά του. Το τέταρτο παιδί μου μού έδωσε πίσω τον λόγο, κι έτσι μπορώ και σκέφτομαι και μιλάω αυτά τα λόγια – και το τράβηξε κοντά στην αγκαλιά του. Και το μικρότερο παιδί μου, η Yaya, εκείνη μου έδωσε το δώρο του γυρισμού. Εκείνη ρώτησε για μένα. Και έτσι παιδιά, έλεγε τώρα η όμορφη γιαγιά, έγινε και έχω την ιερή ουρά από τον πατέρα μου, και λένε ότι γεννήθηκα με το χάρισμα του δώρου του γυρισμού. Τα παιδιά που είχαν μαζευτεί γύρω από τη Yaya, γιαγιά πια, θαύμαζαν τη στολισμένη ουρά, άλλα πειράζονταν και άλλα στριμώχνονταν στη μυρωδάτη αγκαλιά της για ν’ακούσουν από τις θαυμαστές της ιστορίες. … Γιατί, θυμάστε; συνέχιζε η Yaya, κανείς δεν πεθαίνει, μέχρι να ξεχαστεί.