Ένας δικτυακός χώρος αναζήτησης

για τη ζωή, τη γέννηση, τη φύση και την υγεία

Οι όροι 'Doula', 'Δούλα' και 'βοηθός μητρότητας'

στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα

Μια διερεύνηση της ‘γέννησης’ του όρου και νοηματικές διαφορές

Μια απλή αναζήτηση της λέξης «doula» σε ηλεκτρονική μηχανή αναζήτησης θα βγάλει χιλιάδες αποτελέσματα που σχετίζονται με τη νέα έννοια μιας λέξης που φέρεται να έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνικά, άρα θεωρείται ελληνική λέξη: προέρχεται από τη λέξη «δούλα».

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα έρευνές μου, η λέξη δεν είναι ελληνική: έχει ξένες ρίζες, άγνωστες, πιθανόν από την ανατολή (εφόσον η δουλεία ξεκινάει από την Εγγύς Ανατολή). Ως λέξη απαντάται στην αρχαιότητα από τους μυκηναϊκούς χρόνους αρχικά χωρίς συναίρεση («δόελος»), και καθρέπτιζε τον τρόπο ζωής, συμπεριφοράς και κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Υπήρχε η διαφορά μεταξύ του γεννημένου δούλου («δούλος/η») και του αιχμαλώτου πολέμου («ανδράποδο»). Αργότερα, επί Βυζαντίου, από τους Σλάβους αιχμαλώτους πολέμου εμφανίστηκε και η λέξη «σκλάβος», με την ίδια έννοια, που χρησιμοποιήθηκε και στα λατινικά και επικράτησε να χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια όπως και το «δούλος».

 

Η λέξη «δούλα» έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη «δουλειά». Η έννοια της λέξης αυτής («δουλεία/δουλειά») συνδεόταν με τα καταναγκαστικά έργα στα οποία υποβάλλονταν οι δούλοι («δουλεία»), ενώ σιγά σιγά εξελίχθηκε ώστε να σημαίνει πληρωμένη εργασία, τόσο σωματική όσο και πνευματική («δουλειά»). Η λέξη «εργασία», που επίσης χρησιμοποιούμε με μια ευρεία έννοια, είχε να κάνει με τη χειρωνακτική επεξεργασία [επ-εξ-εργασία] υλικών και αντικειμένων, και επίσης κατέληξε να αναφέρεται σε σωματικό όσο και σε πνευματικό/ ιδεολογικό έργο.

 

Αυτά όσον αφορά την ίδια τη λέξη. Σχετικά με την έννοια που εξέφραζε, αρχικά η εμφάνιση των «δούλων» ήταν μια φιλεύσπλαχνη εξέλιξη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπου οι νικητές «χάριζαν» τη ζωή σε αιχμαλώτους πολέμου, και ως αντάλλαγμα εκείνοι γίνονταν μέρος της οικογένειας και φρόντιζαν για ό,τι χρειαζόταν. Ο κύριος είχε υποχρεώσεις απέναντι στους δούλους του, π.χ. να τους τρέφει και να τους παρέχει αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης· αν δεν τις τηρούσε, ο δούλος είχε δικαίωμα να φύγει χωρίς να κυνηγηθεί. Σε ορισμένες οικογένειες ο δούλος, αν προερχόταν από καλή καταγωγή και είχε ανώτερα πνευματικά προσόντα από τον κύριό του, αναλάμβανε και την εκπαίδευση των παιδιών. Αντίστοιχα, η δούλα φρόντιζε επίσης την οικογένεια και τα παιδιά, ως αναπόσπαστο μέρος της οικογενειακής ζωής.

 

Ο όρος doula όπως χρησιμοποιείται σήμερα αποτελεί έναν αγγλικό νεολογισμό. Πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ στη δεκαετία του ’70 από τη Dana Rafael, στο βιβλίο της “The Tender Gift: Breastfeeding” («Θηλασμός: ένα τρυφερό δώρο»), και αναφερόταν σε μια ευαίσθητη γυναίκα, που καλείτο να προσφέρει τη φροντίδα της, τις γνώσεις και την εμπειρία της στη μητέρα, σαν μια μητρική φιγούρα[1]. Λίγο αργότερα, οι γιατροί Marshall Klaus και John Kennell διεξείγαν μια έρευνα στο χώρο του θηλασμού και του τοκετού. Τα ευρήματα των ερευνών έδειξαν σημαντικές διαφορές στην έκβαση του τοκετού αλλά και στην ικανοποίηση της μητέρας από τον τοκετό της αν συνοδευόταν από μια άλλη γυναίκα. Στην έρευνά τους για την καταλληλότερη ορολογία για αυτή τη ‘μητρική φιγούρα’, και εφόσον γνώριζαν ήδη την ύπαρξη του όρου ‘doula’ ως υποστηρίκτρια της νέας μητέρας και αναγνώριζαν ότι η σύντροφος τοκετού είχε παρόμοια χαρακτηριστικά, οι γιατροί πρότειναν να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος όρος ως πιο κατάλληλος και για τον τοκετό και για την περίοδο της λοχείας. Η Dana Rafael συμφώνησε με τη νέα χρήση της λέξης και δεν έφερε αντίρρηση να επεκταθεί η ερμηνεία της και στον χώρο του τοκετού.   ερώτησή τους για το «πώς λέγεται η γυναίκα που υπηρετεί μια άλλη γυναίκα», εμφανίστηκε μία νέα έννοια της λέξης “doula”, κι έτσι επικράτησε ο όρος στην Αμερική με τη νέα της σημασία[2].

 

Όταν, μετά από αρκετά χρόνια, κυκλοφόρησε ευρέως αυτός ο όρος και έγινε γνωστός στην Ελλάδα, υπήρξε έντονη αρνητική αντίδραση. Δόθηκαν κάποιες εναλλακτικές λέξεις, όπως π.χ. «παραμάνα» (δίπλα στη μάνα), και ζητήθηκε να καταργηθεί διεθνώς ο εν λόγω όρος ως προσβλητικός. Κάτι τέτοιο στάθηκε αδύνατο, γιατί ήδη ο όρος ήταν δόκιμος για χρόνια και είχε υιοθετηθεί από τις περισσότερες αγγλόφωνες και άλλες ευρωπαϊκές κοινότητες στο χώρο του τοκετού, ενώ υπήρχε ήδη αναφορά στη ‘doula’ σε διεθνή βιβλιογραφία.

 

Χωρίς να ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι πάντα ζωντανή και επιδέχεται αλλαγές και επιρροές, χρειάζεται επίσης να έχουμε υπόψη μας κάποιους γλωσσολογικούς κανόνες, ώστε να μπορούμε να διατηρούμε ακριβώς αυτή την επαφή με το γλωσσολογικό παρελθόν.

 

Ουσιαστικά πρόκειται για μια λέξη, όπως πολλές άλλες, που τυχαίνει να έχουν ελληνόφωνη ρίζα, κι έτσι συγχέεται η έννοιά της με τη σημερινή. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια εντελώς νέα λέξη, με δανεική μορφή (το ίδιο «σημαίνον» αλλά διαφορετικό «σημαινόμενο»). Ο δυτικός κόσμος που τη χρησιμοποιεί δεν είναι υποχρεωμένος να την αλλάξει, αφού έχει επικρατήσει επιτυχώς. Ο ελληνόφωνος κόσμος, που τώρα εισάγει το θεσμό της επαγγελματία “doula” δεν είναι υποχρεωμένος να την κρατήσει, αφού κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε σύγχυση. Όταν μια λέξη χρησιμοποιείται στη σύγχρονη γλώσσα (όπως η λέξη «δούλα»), δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη σύγχρονη έννοιά της, υιοθετώντας τη με μια εντελώς άλλη έννοια. Θα ήταν διαφορετικά αν επρόκειτο για μια νεκρή λέξη που επανα-εισάγεται στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα.

 

Επίσης, όταν ένας όρος βρίσκεται στη «γέννησή του», έχουμε ευθύνη για το πώς θα επικρατήσει και φέρουμε και την ευθύνη της επιτυχίας του και αποδοχής από την κοινωνία όπου εισάγεται. Επιπλέον, οφείλουμε να σεβαστούμε και να ερευνήσουμε προηγούμενες μεταφράσεις του όρου, και να πάρουμε θέση, είτε σεβόμενοι την αρχική μεταφορά του όρου (στην περίπτωσή μας έχει ήδη μεταφραστεί ο όρος doula σε κάποια ελληνικά βιβλία ως «βοηθός μητρότητας»), είτε παρουσιάζοντας σοβαρά επιχειρήματα για να τον αλλάξουμε.

 

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα λέξεων με ελληνική ρίζα που χρησιμοποιούνται διεθνώς με τελείως άλλη έννοια πλέον στα αγγλικά, από ό,τι η ίδια λέξη στα νέα ελληνικά, π.χ.: empathy, sympathy, episode, paradigm, climax και πολλές άλλες. Παρομοίως, η λέξη doula - που αυτή τη στιγμή μάλιστα απαντάται εκτός από ουσιαστικό και ως ρήμα:doula-ing a mother” - αποτελεί πια μια εντελώς νέα λέξη στα αγγλικά, με μια μακρινή μορφολογική συγγένεια με την ελληνική της ρίζα, αλλά απέχει εννοιολογικά.

 

Παρόλα αυτά όμως, θεωρώ καλό να κρατήσουμε κάτι σημαντικό από αυτή τη συγγένεια: Η αρχαία δούλα ήταν εκεί για να υπ-ακούσει τις επιθυμίες της μητέρας, προσφέροντας την εμπειρία της, αλλά και με επίγνωση της ταπεινότητας που απαιτούσε η θέση της. Αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική ποιότητα που χαρακτηρίζει τις υπηρεσίες της βοηθού μητρότητας σήμερα. Συχνά οι “ειδικοί” κατακλύζουν τη μητέρα με εξειδικευμένες πληροφορίες και καταλήγουν να την κάνουν να αισθάνεται ακόμα πιο εξαρτημένη και άπειρη, αντί να την ενδυναμώσουν να βρει τους δικούς της τρόπους να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η βοηθός μητρότητας είναι δίπλα στη μητέρα, στο μωρό και την οικογένεια, προσφέροντας διακριτική φροντίδα και δημιουργώντας το χώρο και τις συνθήκες ώστε να βρει η ίδια τις σωστές απαντήσεις για το μεγάλωμα της νέας της οικογένειας.

 

Βιβλιογραφία

 

“Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», Γ. Μπαμπινιώτης, Αθήνα 1998, Κέντρο Λεξικολογίας

«Ο Θεσμός της δουλείας», Maurice Lengellé, Αθήνα 1965, εκδ. Ζαχαρόπουλος,

«Ένας μοναδικός δεσμός», Phyllis & Marshall Klaus, John Kennell, Αθήνα, 2004, εκδ. Ρέω

«The Doula Book», Phyllis & Marshall Klaus, John Kennell, USΑ 2002, Da Capo Press


 

[1]Μέσα στις αρμοδιότητες του ατόμου αυτού είναι να φροντίζει τη νέα οικογένεια, καθοδηγώντας και υποστηρίζοντας με τη φροντίδα του νεογέννητου, εντοπίζοντας και βοηθώντας στην επίλυση τυχόν προβλημάτων και βοηθώντας στην εύρυθμη λειτουργία του σπιτικού. Καμιά φορά αναφέρεται ως η αγαπημένη μας θεία που έχει μεγαλώσει 6 δικά της παιδιά! Η Rafael μάλιστα κατοχύρωσε νομικά τον όρο ‘doula’ ως εκείνη που στις μέρες μας ονομάζουμε βοηθό μητρότητας λοχείας (postpartum doula).

[2] Ο ορισμός της λέξης ‘doula’ όπως απαντάται στο Αγγλικό λεξικό Merriam-Webster’s Collegiate Dictionary (2005) αναφέρεται στη ρίζα της λέξης ως ελληνική που σημαίνει γυναίκα-βοηθός/υπηρέτρια/σκλάβα. Κατόπιν αναφέρει τον σημερινό ορισμό της λέξης ως «μια γυναίκα έμπειρη στον τοκετό που προσφέρει συμβουλές, πληροφόρηση, υποστήριξη και σωματική/πρακτική ανακούφιση σε μια μητέρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό». Ο ορισμός έχει βασιστεί στην περιγραφή της ‘doula’ όπως αυτή απαντάται στο βιβλίο των Klaus, Klaus & Kennell “Mothering the Mother” («Κάνοντας τη μητέρα στη μητέρα»), του οποίου η νεότερη έκδοση έχει τον τίτλο “The Doula Book” («Το βιβλίο της βοηθού μητρότητας»)